Πρόγραμμα εργαστηρίων Οκτώβρης-Δεκέμβρης '11 - κολεκτίβα Νέα Γουινέα
Πρόγραμμα μαθημάτων για το τρίμηνο Οκτώβρης-Δεκέμβρης '11
Τα μαθήματα ξεκινάνε από τις 3/10.
Δευτέρα
17:30-21:30 Κατασκευή ανεμογεννήτριας
18:00-19:30 Ηatha Yoga
19:30-21:30 Βοτανοθεραπεία
21:30 Συμβουλευτικός χώρος υγείας
Τρίτη
17:30-21:30 Κατασκευή ανεμογεννήτριας
17:30-19:30 Βοτανοθεραπεία
19:30-21:30 Εναέρια Ακροβατικά
Τετάρτη
17:30-19:30 Ηatha Yoga
19:30-21:30 Ρεφλεξολογία
19:30-21:30 Καλλιέργεια και αναγνώριση αυτοφυών μανιταριών
Πέμπτη
17:30-19:30 Body control
19:30-21:30 Εναέρια Ακροβατικά
19:30-21:30 Κατασκευή ηλιακού φούρνου
Παρασκευή
19:30-21:30 Vegan κουζίνα
17:30-19:30 Ραπτική + Πλέξιμο
* Οι ημερομηνίες των σεμιναρίων ανακοινώνονται στην σελίδα μας.
Παράλληλα στο χώρο της Νέας Γουινέας λειτουργεί χαριστικό παζάρι ρούχων
και χώρος αλληλέγγυου εμπορίου τις ώρες και μέρες των μαθημάτων.
Για πληροφορίες στο neaguinea@riseup.net
Κολεκτίβα “Νέα Γουινέα”
Ανατολίου 3, Αγ. Αρτέμιος, <Μ> Αγ. Ιωάννης
www.neaguinea.org
Βραδια Warren ellis: Captured Ghosts @ Bios, 9 Σεπτέμβρη
Με αφορμη την παγκόσμια πρεμιέρα του ντοκυμαντέρ Warren Ellis: Captured Ghosts στις 9 Σεπτέμβρη για το έργο του πλέον σημαντικού συγγραφέα comics της δεκαετίας μας, οι Arte Fiasco σε συνεργασία με την Comicdom Press, διοργανώνουν μια θεματική βραδιά στο χώρο του Bios που περιλαμβάνει την προβολή της ταινίας στο χώρο του cinematheque, έκθεση έργων Ελλήνων illustrators εμπνευσμένα απο τη δουλειά του Warren Ellis (Transmetropolitan, Planetary, Red, Gravel κ.α) καθώς και live μουσική με κομμάτια επίσης εμπνευσμένα απο τους διαλόγους και την ατμόσφαιρα των comics του.
Δημιουργός του ντοκυμαντέρ είναι ο Patrick Meaney, γνωστός στους κύκλους των φίλων των comics για το ντοκυμαντέρ του Grant Morrison: Talking with Gods, που προβλήθηκε στο φετινό Comicdom Con Athens. Αυτή τη φορά, η πρεμιέρα του νέου του ντοκυμαντέρ θα πάρει τη μορφή μια μεγάλης γιορτής, με την ταινία να προβάλεται σε 20+ πόλεις του κόσμου ταυτόχρονα, ενώ οι συμμετέχοντες στο ντοκυμαντέρ κυμαίνονται απο σταρ του κόσμου των comics όπως ο Matt Fraction και ο Darrick Robertson, μέχρι και τη χολιγουντιανή-οσκαρική παρουσία της Helen Mirren.
Στην Ελλάδα το χώρο της προβολής έχουν αναλάβει να ντύσουν με δουλειά τους μερικοί απο τους πιο σημαντικούς αντιπροσώπους της νέας γενιάς illustrators, σε πρωτότυπα φορματ που δε θα αποκαλυφθούν για λόγους ασφαλείας και υγιεινής.
Αναλυτικά, θα εκτεθούν έργα των Μιχάλη Διαλυνά, Τασο Παπαΐωάννου, Χρήστο Μαρτίνη, Βασίλη Γκογτζίλα, Σταυρούλα Ανθηροπούλου, Χριστίνα Ανθηροπούλου, Σοφία Σπυρλιάδου κ.α
Τη μουσική της βραδιάς θα αναλάβουν οι Larry Gus, Pan Pan, ION, MicrOOndaS, Egg Hell και άλλοι που θα ανακοινωθούν στην πορεία. Με κοινό τους τον ηλεκτρονικό και πειραματικό ήχο, οι μουσικοί της βραδιάς ανέλαβαν να εξερευνήσουνε τα θέματα και τους διαλόγους των comics του Warren Ellis, και να μας δώσουν πρωτότυπες δουλειές οι οποίες θα ακουστούν για πρώτη φορά. Τα σετ τους θα ηχογραφηθούν και στη συνέχεια θα κυκλοφορήσουνε ως δώρο στους φίλους του Ellis και των μουσικών.
Ταυτόχρονα, ενα multimedia project θα έχει στηθεί γύρω απο όλο το event, με κομμάτια της δουλειάς του Warren Ellis να αποδομούνται απο τους συμμετέχοντες, (οπτικά, σχεδιαστικά και νοηματικά), live painting και live scripting.
Η έναρξη της βραδιάς θα δωθεί το απόγευμα της παρασκευής 9 Σεπτεμβρίου με το άνοιγμα της έκθεσης, ενω η προβολή θα ακολουθήσει στις 8 το απόγευμα με τα live να λαμβάνουν χώρα μετά το τέλος της προβολής.
Οι θέσεις για την προβολή είναι περιορισμένες στα 80 άτομα και θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας. Φυσικά η πρόσβαση στους υπόλοιπους χώρους είναι ανοιχτή καθ’όλη τη διάρκεια του event.
Το πρόγραμμα της βραδιάς θα έχει ως εξής:
18:30 – Άνοιγμα έκθεσης
20:00 – Έναρξη προβολής Captured Ghosts
21:45 – Έναρξη μουσικών σετ
Αν έχει κανείς κάποια καλύτερη πρόταση για την ουσιαστικά πρώτη Παρασκευή του Φθινοπώρου, we have yet to hear it…
Βραδια Warren ellis: Captured Ghosts @ Bios, 9 Σεπτέμβρη
Live Music
Larry Gus, Pan Pan, ION, MicroOndas, Egg Hell (more t.b.a)
Exhibiting
Μιχάλης Διαλυνάς, Τασος Παπαΐωάννου, Χρήστος Μαρτίνης, Βασίλης Γκογτζίλας, Σταυρούλα Ανθηροπούλου, Χριστίνα Ανθηροπούλου, Σοφία Σπυρλιάδου (more t.b.a)
Le Collectif MANIFESTEMENT
a sortile 1er juillet 2011 aux éditions Maelström (collection CompAct) le
Manifeste du dégagisme


Le Manifeste du dégagisme est disponible :
- dans les bonnes librairies
- via internet : http://www.
- à la Boutique Maelström :
364 chaussée de Wavre (piétonnier Place Jourdan) - 1040 Bruxelles
Ouvert les Mercredis, Jeudis et Samedis de 12 à 18h
Tél. +32(0)2.230.40.07

244 pages
ISBN 978-2-87505-087-8
10 €
Le site du Collectif MANIFESTEMENT : http://www.manifestement.be
Pour devenir ami(e) de Collectif MANIFESTEMENT sur Facebook :
http://www.facebook.com/?ref=
Pour devenir membre du Collectif MANIFESTEMENT et être informé(e) de ses activités :
mailto:contact@manifestement.
Pour entrer dans le carnet d’adresses du Collectif MANIFESTEMENT :
mailto:contact@manifestement.
Pour sortir du carnet d’adresses du Collectif MANIFESTEMENT :
mailto:contact@manifestement.
Ο Λένιν και το τέλος της βίας
Αντώνης Μπαλασόπουλος
http://radicaldesire.blogspot.
“Το τέλος της βίας”: στα ελληνικά, η φράση σημαίνει δύο πράγματα τα οποία μοιάζουν ασύμβατα μεταξύ τους. Τον σκοπό της βίας, αυτό στο οποίο αποσκοπεί η άσκησή της· και την άρση ή εξάλειψή της, την ολοκλήρωση του κύκλου της.
Στην πρώτη περίπτωση, βρισκόμαστε στο μέσο της νομικής και της πολιτικής θεωρίας, στην συζήτηση για τον αλληλένδετο ή αντιπαραθετικό χαρακτήρα της σχέσης μέσων και στόχων, για την έννομη και παράνομη χρήση βίας, για την συντακτική και την παραβατική βία, για την σχέση της βίας με το δίκαιο (θεϊκό και ανθρώπινο), αλλά και με την δικαιοσύνη, ιδιαίτερα την κοινωνική δικαιοσύνη. Πρόκειται για μια συζήτηση που έχει αποκτήσει τεράστιες διαστάσεις, ξεκινώντας από την σύντομη αλλά προκλητική συζήτηση της σχέσης βίας και δικαιοσύνης στους Στοχασμούς του Πασκάλ, ή βίας και κράτους στον Λεβιάθαν του Τόμας Χομπς· και καταλήγοντας, στον εικοστό αιώνα, στους Στοχασμούς για τη βία του Ζορζ Σορέλ, την πυκνή και δυσερμήνευτη σκέψη του Βάλτερ Μπένγιαμιν της “Κριτικής της βίας”, ή τις επισκέψεις των Ζορζ Μπατάιγ, Πιέρ Κλαστρ, Ρενέ Ζιράρ, Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Ζακ Ντεριντά, Σλαβόι Ζίζεκ, Στάθη Γουργουρή και Κώστα Δουζίνα στις νομικές, πολιτικές και θρησκευτικές διαστάσεις του προβλήματος “βία”.
Στην δεύτερη περίπτωση, αυτή της άρσης ή εξάλειψης της βίας, βρισκόμαστε μάλλον στον πυρήνα της ουτοπικής σκέψης, του οραματισμού του τέλους των συγκρούσεων και των ανταγωνισμών, όπως αυτή αποτυπώνεται ήδη στο γνωστό εδάφιο του βιβλίου του Ησαϊα (“Και ο λύκος θέλει συγκατοικεί μετά του αρνιού, και η λεοπάρδαλις θέλει αναπαύεσθαι μετά του εριφίου” Ησ. 11.6), και όπως ξεδιπλώνεται στα μεγαλόπνοα σχέδια μιας σειράς ουτοπιστών και οραματιστών της επί γης ειρήνης, ή στην φιλοσοφικά στιβαρότερη διερεύνηση του “Για την αιώνια ειρήνη” (1795) του Ιμμάνουελ Καντ.
Όμως η αντίληψη περί του ασύμβατου μεταξύ των δύο ερμηνευτικών εκδοχών ενός “τέλους” της βίας δεν είναι ολότελα ακριβής. Υπάρχει επίσης μια προσπάθεια, τουλάχιστο κατά τον εικοστό αιώνα, να υπερκεραστεί η αντίφαση ανάμεσα στις δύο αυτές ερμηνείες μέσω της σύλληψης ενός είδους βίας του οποίου τέλος ή σκοπός δεν είναι άλλος από το τέλος της ίδιας της βίας. Η προσπάθεια αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κομμουνιστική ή αναρχική, αν και θα ήταν ακριβέστερο να την δει κανείς ως έκφανση ενός από τα ζωτικά σημεία επαφής του κομμουνισμού και του αναρχισμού ή αντιεξουσιασμού. Έτσι η έννοια της “θείας” ή “καθαρής" βίας στην “Κριτική της βίας” (1921) του Βάλτερ Μπένγιαμιν έχει απασχολήσει τόσο την μαρξική όσο και την αναρχική κριτική παράδοση, εμφανιζόμενη ως απόπειρα να σκεφτεί κανείς μια βία της οποίας στόχος είναι ακριβώς η υπερκέραση της βίας, πέρα από κάθε νομικό ή πολιτικό στόχο ή σκοπό.
Εδώ όμως θα ήθελα να πω δυο λόγια για ένα σαφώς λιγότερο συζητημένο τα πρόσφατα χρόνια δοκίμιο. Το δοκίμιο ανήκει, χωρίς αμφιβολία, σε μια από τις διασημότερες, αν όχι την διασημότερη πολιτική φυσιογνωμία του εικοστού αιώνα, αυτή του Βλάντιμιρ Ίλιτς Λένιν. Ο τίτλος του είναι “Για την απονέκρωση του κράτους”. Το δοκίμιο γράφτηκε το 1917 –τη χρονιά, φυσικά, της Οκτωβριανής επανάστασης– και η απόφαση να μιλήσει κανείς για αυτό μπορεί να ακούγεται αρχικά αρκετά παράξενη. Δεν είναι ο Λένιν ο κατεξοχήν θεωρητικός της “δικτατορίας του προλεταριάτου”, ο καθ’ ύλιν αρμόδιος για την οργάνωση και διεύθυνση της μπολσεβικικής βίας; Και δεν εντάσσεται τόσο η θεωρητική όσο και η πρακτική δραστηριότητά του ξεκάθαρα στα πλαίσια μιας αντίληψης για την βία ως μέσου, ως εργαλείου για την επίτευξη ενός αλλογενούς, άσχετου με την ηθικά απεχθή φύση της βίας, σκοπού που λέγεται σοσιαλισμός ή, τελικά, κομμουνισμός;
Αλλά το “Για την απονέκρωση του κράτους” είναι ένα αρκετά παράξενο δοκίμιο. Και είναι παράξενο λιγότερο επειδή οραματίζεται ως απώτερο τέλος ή σκοπό της προλεταριακής βίας το τέλος της ίδιας της βίας, και συνεπώς το τέλος του κράτους ως φορέα αναπόφευκτων και ακόμα και απαραίτητων καταναγκασμών, αλλά επειδή στην θέση της δεν οραματίζεται τίποτε λαμπρότερο, τίποτε εντυπωσιακότερο και τίποτε θελκτικότερο από την “συνήθεια”.
Αλλά ας συνοψίσω τις βασικές διαστάσεις του λενινιστικού επιχειρήματος: αφού έχει εδραιώσει τον αυτο-υπονομευτικό χαρακτήρα της δημοκρατίας, η οποία συνδυάζει τα τυπικά δημοκρατικά δικαιώματα με το αισχρό παραπλήρωμα μιας σειράς σιωπηρών και λιγότερο ή περισσότερο βίαιων “περιορισμών”, “αποκλεισμών”, και “εξαιρέσεων” που την καθιστούν “δημοκρατία για την μηδαμινή μειοψηφία”, ο Λένιν περιγράφει την προλεταριακή υπερκέρασή της στη διάρκεια τεσσάρων, χονδρικά, σταδίων. Το πρώτο είναι βέβαια η επανάσταση, άμεσα βίαιη σε χαρακτήρα· το δεύτερο αφορά το αδιευκρίνιστα μακρό στάδιο της “δικτατορίας του προλεταριάτου”, στόχος της οποίας είναι η εξάλειψη των μορφών βίας που εμπεριέχονται στο αστικό κράτος και την καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας· το τρίτο στάδιο είναι η ανάδυση της πραγματικής δημοκρατίας, της δημοκρατίας για όλους· το τελευταίο στάδιο, το οποίο ακολουθεί σε αδιευκρίνιστο χρονικό διάστημα, είναι η “απονέκρωση” τόσο της δημοκρατίας όσο και του κράτους. Όσο πληρέστερη γίνεται η δημοκρατία, σημειώνει ο Λένιν, τόσο πιο περιττή καθίσταται, ώστε το τέλος να “απονεκρωθεί” μόνη της, και μαζί της να απονεκρωθεί επίσης το κράτος, του οποίου η πραγματική υπερκέραση μπορεί να έλθει μόνο όταν καταστεί πλήρως υλοποιήσιμη και όχι απλώς ουτοπική η αρχή: “ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του”.
Τι μένει μετά την εκπλήρωση-ως-απονέκρωση της δημοκρατίας και του κράτους; Τίποτε άλλο από τη συνήθεια: “Οι άνθρωποι, λυτρωμένοι από την κεφαλαιοκρατική δουλεία, από τις αναρίθμητες φρίκες, τις αγριότητες, τους παραλογισμούς και τις ατιμίες της κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να τηρούν τους στοιχειώδεις κανόνες συμβίωσης, γνωστούς από αιώνες και που χιλιάδες τώρα χρόνια επαναλαμβάνονται σε όλους τους κώδικες, να τους τηρούν δίχως βία, δίχως καταναγκασμό, δίχως υποταγή, δίχως ιδιαίτερο μηχανισμό καταναγκασμού που λέγεται κράτος.” Είναι, ομολογουμένως, ένα πολύ παράξενο όραμα: πρώτον επειδή φαίνεται ολότελα παράλογο να απαιτείται τόση μακροχρόνια και επίπονη προσπάθεια από την ανθρωπότητα ώστε να καταλήξει απλώς να μάθει “σιγά-σιγά” να τηρεί κανόνες συμβίωσης που είναι “στοιχειώδεις” και γνωστοί “από αιώνες”. Τι είδους συνήθεια είναι αυτή για την ανάδυση της οποίας απαιτείται ένα εντελώς ασυνήθιστο (και ιστορικά απραγματοποίητο) επίτευγμα όπως αυτή της πραγματικής υλοποίησης του κομμουνισμού; Και πώς γίνεται το μακρινό παρελθόν, το οποίο και η πιο στοιχειώδης μαρξιστική οπτική θα έβλεπε με όρους ταξικών συγκρούσεων, βίας και ανθρώπινης εκμετάλλευσης, να προβάλλεται λίγο-πολύ ως μοντέλο για το μακρινό και άπιαστο ακόμη μέλλον;
Η συνήθεια που οραματίζεται ο Λένιν είναι πράγματι κυριολεκτικά ασυνήθιστη. Γιατί δεν πρόκειται για την συνήθεια με μια γενική ή ουδέτερη έννοια· μάλλον, η λενινιστική συνήθεια είναι το καθαρό μέσο δια του οποίου επιλύεται ένα άλυτο αλλιώς πρόβλημα: αν η προλεταριακή βία καταλύει την αστική με βίαια μέσα, τι θα μπορούσε ποτέ να καταλύσει την προλεταριακή βία χωρίς να καταφύγει το ίδιο στη βία; Η συνήθεια ως λυτρωτικό σημάδι του κομμουνιστικού μέλλοντος δεν είναι τίποτε άλλο από το όνομα του μη βίαιου τέλους της βίας, το παράγωγο και απότοκο μιας εξάλειψης που θα είναι η ίδια αναίμακτη στον βαθμό που θα είναι επίσης ασυνείδητη, ασυναίσθητη, “φυσική”. Γιατί καμία ενσυνείδητη προσπάθεια να μπει τέλος στη βία δεν μπορεί να κάνει άλλο από το να ξανα-αρχίσει τον κύκλο της, καταδικάζοντας τον εαυτό της στον κύκλο της μιμητικής επανάληψης που ανέλυσε διεξοδικά ο Ρενέ Ζιράρ.
Το τέλος της βίας δεν μπορεί να είναι τέλος, σκοπός, στόχος, εάν με αυτές τις λέξεις υποδηλώνουμε κάτι το ενσυνείδητο, αυτό που προκύπτει από την βούληση· μπορεί να έρθει μόνο ανεπαίσθητα, χωρίς να φέρει καν το σωστό όνομά του, “όπως ο κλέφτης τη νύχτα” (Παύλος, Προς Θεσσαλονικείς, 5.2). Έχουμε όμως έτσι ήδη έμμεσα απαντήσει και στο δεύτερο ερώτημα που θέσαμε για το παράξενο αυτό δοκίμιο: ο λόγος για τον οποίο ο Λένιν περιγράφει την μελλοντική, λυτρωτική αυτή συνήθεια της οποίας το άλλο όνομα είναι τέλος της βίας ως κάτι γνωστό από αιώνες είναι βέβαια ότι σφάλλει. Αλλά το σφάλμα αυτό δεν είναι ουδέτερο· είναι η επιτελεστική αποτύπωση, κόντρα στις βασικές ιστορικές διαπιστώσεις του ίδιου του μαρξισμού, των συνεπειών που θα έχει για τη σκέψη το τέλος της βίας. Η ανάδυση της συνήθειας ως τελικού ορίζοντα του ζειν, είναι επίσης απότοκο του τέλους της ιστορίας, και αυτό το τέλος δεν είναι παρά η εγκαινίαση της μεγάλης λήθης, του ανεπαίσθητου, αχρονογράφητου σβησίματος και του τελευταίου χαρτογραφικού ίχνους που θα μπορούσε να μας θυμίσει πώς και από ποια ανεντόπιστα πια μονοπάτια φτάσαμε να ζούμε χωρίς βία, μετά τη βία, από την άλλη της όχθη.
Καθώς γινόμαστε κατσαρίδες / Becoming cockroaches
Νέλλυ Καμπούρη / Nelli Kambouri
Απο προχθές στο Σύνταγμα ζούμε σαν τις κατσαρίδες. Μας ψεκάζουν ασταμάτητα ανεξαρτήτως του τι κάνουμε ή λέμε κι εμείς επιμένουμε. Φεύγουμε για λίγο και μετά ξαναερχόμαστε. Μετακινούμαστε, ξεκουραζόμαστε και μετά πάλι. Στη Βουλής πριν ακόμα αρχίσουν τα δακρυγόνα σήμερα το πρωί καθόμασταν σ' ένα πεζούλι και τα ΜΑΤ συνέλαβαν τον διπλανό μας που απλά καθόταν. Στις διαμαρτυρίες απάντησαν πιάνοντας στο ξύλο έναν άλλο περαστικό που είχε πάει να πάρει καφέ. To να στέκεσαι σε κοντινή απόσταση από το Σύνταγμα μοιάζει επικίνδυνο και σίγουρα ύποπτο. Οι συλλήψεις γίνονται για να διαλύσουν τον κόσμο ο οποίος μετακινείται ακόμα πιο κοντά αντί να φεύγει.
Καθώς γινόμαστε κατσαρίδες αρχίσουμε να υιοθετούμε χωρίς να το πολυκαταλαβαίνουμε τακτικές στάσης, επιμονής και αντοχής που πριν μας ήταν άγνωστες. Ψεκάζουν διαρκώς, κάνουν τρομακτικούς θορύβους - το πλήθος απαντά με το να παραμένει εκεί. Κάπως σαν τις κατσαρίδες που ολοένα και γίνονται πιο ανθεκτικές στα χημικά μεταλλασσόμαστε με διάφορα προσθετικά. Φορώντας μάσκες, κρέμες και γυαλιά προφυλάσσόμαστε και συνεχίζουμε. Οι φιγούρες με τις μάσκες και τα μαλόξ αναγνωρίζονται και στέλνουν μηνύματα ακόμα και σε μεγάλη απόσταση από το Σύνταγμα.
Ακόμα και τώρα που ψηφίστηκε το μεσοπρόθεσμό οι τακτικές αυτές ισχυροποιούν το πλήθος. "Να γίνει συνέλευση τώρα" έλεγε κάποιος εν μέσω ενός σύννεφου από δακρυγόνα. ¨"Όπως έγινε κι η συναυλία χθες". Πλέναμε, καθαρίζαμε την πλατεία και με μια μικροφωνική που δεν ακουγόταν έπαιζαν οι Tiger Lillies. Τα δακρυγόνα έπεφταν κι όλοι κάθονταν εκεί.
Η κλασσική αντιπαράθεση-πετροπόλεμος μοιάζει και είναι δευτερεύουσα μπροστά σε αυτές τις τακτικές. Οι κατσαρίδες δεν επιτίθενται, δεν κάνουν πολύ θόρυβο και δεν σπάνε τίποτα. Αλλά είναι απείρως πιο ανθεκτικές και παραγωγικές από αλλά ζώα που σιγά σιγά εξαφανίζονται.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Since yesterday, June 28, we live like cockroaches in Syntagma square. We are sprayed continuously with chemicals by the Greek police regardless of what we do or what we say, but we persist. We leave Syntagma square for a while to catch our breath and keep on coming back. We rest a bit and return to the square. Even before the chemicals began exploding yesterday morning, we were just sitting on the pavement and the riot police stormed and arrested a person seating nearby. When we protested against the arrest, the riot police responded by arresting another passerby who was just exiting a coffee shop with a coffee in his hand. To be just standing close to Syntagma square seems dangerous and certainly suspicious. The arrests are being enacted to disperse the crowds, but we keep on moving closer to the square instead of leaving.
As we are becoming cockroaches we begin, without really realizing it, to adopt tactics of stasis, of perseverance and of endurance, that were previously unknown to us. Chemicals keep on flying, sound bombs keep on exploding all around us making terrible noise and the crowds respond by not leaving, by remaining at Syntagma square. Becoming cockroaches and growing more and more resistant to the chemicals, our bodies begin to mutate. In gas masks, painting maalox on our faces, wearing sun glasses, we persist. The figures in gas masks recognize each other even when they meet further away from Syntagma square.
Even now that the austerity law was approved in the Greek parliament, the crowds are not leaving, they are reinforced. “Let’s have an assembly now,” said someone in the midst of a cloud of chemicals. Like we did when we “staged the music concert yesterday”, he explains. Yesterday, we were cleaning and washing the square with water for hours to disperse the smell of the chemicals and then from a defunct PA system the Tiger Lillies played live on Syntagma square. Chemicals and sound bombs started to explode again all around Syntagma, but everybody remained on the square and kept on dancing.
The classic urban tactics of confrontation -like throwing marbles, stones, and molotov cocktails against the police- seem and are secondary in face of our tactics. Cockroaches do not attack, they do not make much noise, nor do not destroy something. But, we cockroaches are far more persistent and productive than other animals that are slowly disappearing.
Το Balthazar, το Σύνταγμα και η «κοινή αφήγηση»

Την περασμένη εβδομάδα, κατόπιν επιμονής ενός φίλου και παρά την αρχική απροθυμία μου, βρέθηκα στο bar-restaurant Balthazar. Πέμπτη βράδυ και στον ευχάριστο κατά τα άλλα κήπο ένιωσα σαν να βρισκόμουν σε άλλη χώρα ή σε άλλο χρόνο. Αλλά πρώτα λίγη ιστορία: Το Balthazar το άνοιξαν το 1973 η συγγραφέας Καίη Τσιτσέλη και ο Νίκος Παλαιολόγος και για δέκα περίπου χρόνια υπήρξε ένα εστιατόριο-θρύλος (βλ. εδώ). Το Balthazar ήταν ένα από τα πρώτα μπαρ που επισκέφθηκα στην Αθήνα το 1985, έχοντας μόλις κατέβει στην πρωτεύουσα, πρωτοετής φοιτήτρια. Τότε δεν το είχαν πια η Τσιτσέλη και ο Παλαιολόγος. Τότε επίσης ξεκινούσε η κουλτούρα του βάρβαρου νεοπλουτισμού της δεύτερης πασοκικής τετραετίας. Ίσως γι’ αυτό να μη μου άρεσε ποτέ πολύ το Balthazar ούτε το αδελφό τότε Rock’n’roll. Γι’ αυτό να μην έγιναν στέκια μου. Καταλάβαινα τους φίλους που τα είχαν ζήσει σε εποχές περασμένης δόξας, αλλά η Ελλάδα της «πόρτας», του «πούρου» και του γενικότερου νεοπλουτισμού, ακόμα και στην πιο ποιοτική εκδοχή της, ποτέ δεν μ’ έκανε να αισθανθώ άνετα. Στο Balthazar πήγα λίγες σχετικά φορές μέσα σ’ αυτά τα 26 χρόνια που έχουν περάσει από το 1985.
Και την προηγούμενη βδομάδα διαπίστωσα ότι το Balthazar δεν έχει αλλάξει καθόλου. Πέμπτη βράδυ, ο κήπος ήταν ασφυκτικά γεμάτος από έναν κόσμο που έμοιαζε να μην έχει ακούσει λέξη για την κρίση. Απ’ ό,τι έμαθα διατηρείται ακόμα, έστω και χαλαρά, η «πόρτα». Κι εγώ, τη στιγμή που κατέβαινα από το ταξί, αναρωτιόμουν πώς ζήσαμε τόσα χρόνια εκείνη την ηλιθιότητα! Οι θαμώνες του Balthazar, ακόμα κι αν ζουν στο κέντρο της πόλης, είμαι βέβαιη πως βλέπουν την εξαθλίωσή του μόνο στην τηλεόραση, πως ξέρουν για τους «αγανακτισμένους», τις πορείες και τα επεισόδια από τα δελτία των οκτώ. Τίποτα δεν έδειχνε να έχει αλλάξει από εκείνο το καλοκαίρι της κούρσας του Χρηματιστηρίου, όταν ακόμα και στις παραλίες από τα κινητά εκφέρονταν οι λέξεις «πούλα» και «αγόρασε» πιο συχνά κι από το εκνευριστικό «έλα, πού είσαι;». Την εποχή που το μήκος και η διάμετρος του πούρου είχαν αποκτήσει χαρακτήρα δήλωσης πλούτου, κύρους, και φυσικά λεπτού γούστου. Που το να περνάς τις πόρτες αντίστοιχων κέντρων διασκέδασης και να σου μιλούν με το μικρό σου όνομα μπάρμαν και γκαρσόνια ήταν ατράνταχτο τεκμήριο επιτυχίας. Η «κοινή αφήγηση με θετικό δημιουργικό πυρήνα», που την απουσία της ανακαλύπτει όψιμα ο Γ. Βούλγαρης στο άρθρο του της 18/6 στα Νέα, τότε χάθηκε για την ελληνική κοινωνία. Τότε που επικράτησε η αφήγηση του απόλυτου ατομισμού, του εύκολου χρήματος και μαζί της η απίστευτη κενότητα. Και η απαξίωση του συστήματος ξεκίνησε με τη «φούσκα» του χρηματιστηρίου και συνεχίστηκε, αφού τελείωσε η εθνεγερτική φαντασίωση των Ολυμπιακών αγώνων, με μια καταιγίδα σκανδάλων, με τον ξεπεσμό της πολιτικής σε πρακτικές που θύμιζαν ιταλική μαφία, με εξωφρενικές δηλώσεις υπουργών περί «νομίμου» και «ηθικού». Φυσικά πάντα υπήρχαν και υπάρχουν ενδιαφέρουσες, θετικές και δημιουργικές αφηγήσεις ατόμων ή μικρών ομάδων, αλλά το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού «έχασε την μπάλα», δεν ήξερε πια τι να πιστέψει, από πού να κρατηθεί. Οι «Ολυμπιακοί αγώνες», η τελευταία του φαντασίωση, ξεχάστηκαν σχεδόν με την τελετή λήξης και άφησαν πίσω τους απλήρωτους λογαριασμούς και το Μπάντμιντον, η είσοδος στη ζώνη του ευρώ φαινομενικά τουλάχιστον τον οδήγησε στη χειρότερη κρίση των τελευταίων σαράντα χρόνων, το πελατειακό σύστημα με το οποίο τον χειρίζονταν όλα αυτά τα χρόνια εξεμέτρησε τις μέρες του. Και τώρα τι;
Σήμερα, οι γραφιάδες των εφημερίδων ανακαλύπτουν το τέλος των κοινών αφηγήσεων και την απαξίωση της πολιτικής και του κοινοβουλευτικού συστήματος στην πλατεία Συντάγματος, στην αγανάκτηση και στα συνθήματα του τύπου «να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή». Αντανακλαστικά δεινοσαύρου. Τόσα χρόνια τώρα, ποια ήταν η «κοινή αφήγηση» που συνέδεε και ενέπνεε την ελληνική κοινωνία;
Δεν διάλεξα τυχαία το παράδειγμα του Balthazar, το διάλεξα γιατί το Balthazar της δεκαετίας 1973-1983 αποτελούσε πράγματι έναν τόπο όπου συγκεντρώνονταν άνθρωποι που τους συνέδεε και τους ενέπνεε μια κοινή, θετική και δημιουργική, αφήγηση για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα, ενώ το ίδιο εστιατόριο στη δεκαετία του ’90 ήταν πια ένας τόπος που εξέθετε αναίσχυντα την κατάρρευση κάθε κοινής αφήγησης. Γιατί λοιπόν κρούουν τώρα τον κώδωνα του κινδύνου οι αρθρογράφοι των εφημερίδων, γιατί δεν βλέπουν ότι στο Σύνταγμα αρθρώνονται κάποια ψήγματα έστω αυτής της νέας κοινής αφήγησης, γιατί δεν αντιλαμβάνονται επίσης ότι καθετί θετικό, και οι «κοινές αφηγήσεις» φυσικά, ξεκινά από μια άρνηση, από μια απόρριψη.
Αποτελεί κοινό τόπο στις εφημερίδες ότι το μόνο που ζητούν οι συγκεντρωμένοι στις πλατείες είναι να μην αλλάξει τίποτα, ότι το μόνο που νοσταλγούν είναι η Ελλάδα της προ κρίσης περιόδου με όλη τη γνωστή παθολογία της. Κι όμως αν πάει κανείς ένα βράδυ στην πλατεία Συντάγματος και το ίδιο ή ένα άλλο βράδυ στο Balthazar, θα καταλάβει ότι οι άνθρωποι στην πλατεία Συντάγματος έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται πως η Ελλάδα πρέπει ν’ αλλάξει, πως η κοινή αφήγηση πρέπει να φτιαχτεί, πως πρέπει να ξαναβρούν κάτι να πιστέψουν. Κάποιοι απ’ αυτούς το έχουν καταλάβει άτσαλα, αφελώς, χωρίς βαθιά σκέψη, χωρίς σαφείς διατυπώσεις. Κάποιοι απ’ αυτούς θα αλλάξουν πραγματικά μέσα απ’ αυτή την εμπειρία. Κάποιοι θα βρουν στοιχεία για να φτιάξουν αυτή την «κοινή αφήγηση». Αυτοί που δεν το έχουν καταλάβει είναι οι θαμώνες του Balthazar. Γι’ αυτό και δεν με νοιάζει τι έκαναν πριν το Σύνταγμα οι συγκεντρωμένοι στην πλατεία. Γι’ αυτό και δεν έχει μεγάλη σημασία αν πούλησαν την ψήφο τους για μια θέση στο Δημόσιο, αν είναι εθνικιστές ή αριστεριστές, φοροφυγάδες ή προώρως συνταξιοδοτηθέντες, ή αν μέχρι χτες ονειρεύονταν να περάσουν ένα βράδυ τη σκληρή ή χαλαρή πόρτα του Balthazar. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι βρίσκονται τώρα εδώ και συμμετέχουν στο συμβάν, σ’ ένα συμβάν που τους έχει ήδη ή πρόκειται να τους αλλάξει.
Και νομίζω πως αυτό το αίτημα της αλλαγής, το «Ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε», έχει περισσότερες πιθανότητες να το συνειδητοποιήσει η πλατεία Συντάγματος, περισσότερες σίγουρα από τους θαμώνες του Balthazar, περισσότερες ίσως κι από τον πρωθυπουργό, την κυβέρνησή του κι ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού, που συνεχίζουν να απαξιώνουν και να εξευτελίζουν τις αξίες που θα μπορούσαν να στηρίξουν μια «κοινή αφήγηση».
William Hogarth and the South Sea Company

Η παραπάνω γκραβούρα του άγγλου ζωγράφου William Hogarth, που ανήκει στο στυλ της παράδοσης της πολιτικής καρικατούρας, είναι εμπνευσμένη από τη μανία για οικονομική και πολιτική κερδοσκοπία που ξεκίνησε στην Αγγλία γύρω στο 1711 και κατέληξε εννέα χρόνια αργότερα σε γενικό οικονομικό χάος και χρεωκοπία.
Η ιστορία της κρίσης έχει ως εξής. Μια εταιρεία, η South Sea Company ήταν μια Βρεττανική μετοχική εταιρεία, που ιδρύθηκε το 1711. Της δόθηκε το μονοπώλιο του εμπορίου με τις Ισπανικές αποικίες της Λατινικής Αμερικής, σαν μέρος μιας συνθήκης που έγινε κατά την διάρκεια του ''Πολέμου της Ισπανικής Διαδοχής'', με αντάλλαγμα την ανάληψη από τη μεριά της εταιρείας, να αποπληρώσει το εθνικό χρέος της Αγγλίας που δημιουργήθηκε στον πόλεμο. Οι πλουτοπαραγωγικές πηγές των τότε άγνωστων και εξωτικών περιοχών εθεωρούντο ανεξάντλητες. Η κερδοσκοπία πάνω στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, οδήγησε σε μια τεράστια οικονομική φούσκα το 1720, με τις μετοχές της εταιρείας να ανεβαίνουν πολύ γρήγορα από τις 100 στις 1000 λίρες κάθε μια. Πολλοί αφελείς επενδυτές χρεωκόπησαν όταν έσκασε η φούσκα και η αξία του κεφαλαίου της South Sea Company κατέρρευσε. Ακολούθησε πολιτικό σκάνδαλο, όταν έγιναν γνωστές οι απάτες μεταξύ των διευθυντών της εταιρείας και η παράλληλα συμπλέουσα διαφθορά στους υπουργούς.
Η ωμή αλληγορική δουλειά του Hogarth, απεικονίζει τον λαό να αναλώνεται σε κερδοσκοπίες κάθε είδους, σε τέτοιο βαθμό που να λησμονεί τις ''ανησυχίες'' της μεσαίας τάξης για το εμπόριο, τη βιομηχανία, τη θρησκεία,, την τιμή και την αξιοπρέπεια. Στο κέντρο μιας καρναβαλικής σκηνής, που είναι γεμάτη με βία και χάος, στέκεται ένας μύλος, ένα ''γύρω-γύρω όλοι'' μιας παιδικής χαράς, που το τρέχει η South Sea Company. Καβάλα σ΄αυτό βρίσκεται μια παράξενη ποικιλία από φιγούρες.
Ένας τρομοκρατημένος Σκωτσέζος ευγενής, ένας χαρωπός τύπος, μια στρίγγλα μάγισσα, ένας τεμπέλης λούστρος, και ένας κληρικός που χαριεντίζεται με μια πουτάνα. Στην κορυφή του τροχού της τύχης στέκεται μια κατσίκα, το σύμβολο της επιθυμίας, στο διπλανό σπίτι με τα κέρατα στην οροφή οι γυναίκες διαλέγουν άνδρες στη λοταρία, ενώ στο βάθος διακρίνεται ο σταυρός της εκκλησίας του Αγίου Παύλου.
Αριστερά, το κυβερνείο (που αναγνωρίζεται από το άγαλμα του Μαγώγ προστάτη του Σίτυ, του οικονομικού κέντρου του Λονδίνου) έχει καταληφθεί από τον διάβολο που στέκεται με ένα δρεπάνι κάτω από το ρολόι, σαν άρχοντας του χρόνου, κατακρεουργώντας την Τύχη (Fortune) και πετώντας τα κομμάτια της στις μάζες που καυγαδίζουν για να τα αρπάξουν. Ένας πορτοφολάς κλέβει ένα ''διδάσκαλο'' στο πλήθος. Στη γωνία, τρεις άλλοι ''διδάσκαλοι'' διαφορετικών δογμάτων παίζουν τον παπά, με συμπεριφορά αντίστοιχη αυτής των Ρωμαίων, που έπαιξαν στα ζάρια τον μανδύα του Ιησού. Στο προσκήνιο η ''Τιμιότητα'' θρυμματίζεται στον τροχό, ενώ παρευρίσκεται μόνο ένας απαθής κληρικός.
Κάτω από το μνημείο της ''Μεγάλης Φωτιάς του Λονδίνου'' που στη γκραβούρα το κοσμούν αλεπούδες, η ''Εντιμότητα'' μαστιγώνεται από τη ''Διαστροφή'' η οποία ετοιμάζει τη δολοφονία της, ενώ ταυτόχρονα της πέφτει η μάσκα. Βοηθός της είναι ένας πίθηκος που αφαιρεί το πουκάμισο από την ''σαν του Χριστού'' πλάτη της ''Εντιμότητας''. Στη σκιά μπροστά, το ''Εμπόριο'' μαραζώνει μόνο του πεσμένο στο έδαφος. (Το ΔΝΤ δεν έχει φανεί ακόμα, στρίβει στη γωνία του χρόνου).
Ηλίας Μαρμαράς
